Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φιλοπρόσωπος (ο) (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φιλοπρόσωπος Προφορά: φιλοπρόσωπος
  1. 1) αυτός που προσποιείται ότι είναι φίλος 2) υποκριτής φίλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια