Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τολμά (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τολμά
Προφορά: τολμά
τοίχος που χτίζεται με κάθετα ξύλα των οποίων τα κενά μεταξύ τους διαστήματα γεμίζουν με πέτρες ή πλίνθους
το φαγητό ντολμάς
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
(τουρκ. dolma= κάθε πράγμα παραγεμιστό)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια