Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τοκά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τοκά Προφορά: τοκά
  1. μετάλλινη πόρπη ζώνης δερμάτινης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη toka

  2. μεταλλική πόρπη ζώνης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια