Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριανταφυλλέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριανταφυλλέα Προφορά: τριανταφυλλέα
  1. η μυρωδιά του τριαντάφυλλου Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια