Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τρέχτρα (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρέχτρα
Προφορά: τρέχτρα
μηχάνημα ξύλινο στο οποίο στηρίζονται τα νήπια και συνηθίζουν να βαδίζουν και να τρέχουν
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια