τρεξίον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρεξίον
Προφορά: τρεξίον
-
τρέξιμο,φορά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
τρέξιμο, προσπάθεια
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
τρέξιμο
η άσκοπος περιφορά (μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης