Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζυμοστάτες (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζυμοστάτες Προφορά: ζυμοστάτες
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ράφι για το ζύμωτρον

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Σ' έναν άκραν τη μεσοχαμί' έτον ο ζυμοστάτες.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    το μέρος, όπου άφηναν το ζύμωτρο για να φουσκώσει η ζύμη

Παρατηρήσεις - Σχόλια