Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τραπεζαρείος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τραπεζαρείος Προφορά: τραπεζαρείος
  1. μαγειρείο το μέρος όπου τρώνε Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια