Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χατίλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χατίλ' Προφορά: χατίλ
  1. δοκός που τοποθετείται κατά μήκος αναγειρόμενου τοίχου για να τον κάνει στερεό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη hatil = σανίδα που καλύπτει την πρόσοψη τοίχου

Παρατηρήσεις - Σχόλια