Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χατζίπορδα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χατζίπορδα Προφορά: χατζίπορδα
  1. δώρα, κυρίως τρόφιμα, που προσφέρονται από γέροντες σε μικρά παιδιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια