Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σιλπίρτς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σιλπίρτς Προφορά: σιλπίρτς
  1. εύγλωττος Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια