Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιδερικόν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιδερικόν Προφορά: σιδερικόν
  1. 1) κάθε υλικό από σίδηρο 2) κάθε κατασκεύασμα από σίδηρο 3) σιδερένιο εργαλείο ή όπλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια