Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σίγουρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σίγουρος Προφορά: σίγουρος
  1. εκείνος που υπολογίζει καλά την εργασία του, κάνει ασφαλή υπολογισμό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από τη λατινική λέξη securus-a-um=ασφαλής

Παρατηρήσεις - Σχόλια