σημαντέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σημαντέρ'
Προφορά: σημαντέρ
-
1) πράγμα που χρησιμοποιείται ως σήμαντρο για να προσελκύσει την προσοχή
2) η καμπάνα της εκκλησίας
3) άνθρωπος ακάθαρτος, βρομερός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης