Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σημαδοψώμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σημαδοψώμ' Προφορά: σημαδοψώμ
  1. ψωμί που παρασκευάζεται ειδικά για τον αρραβώνα και προσφέρεται από τους γονείς του νέου στους γονείς της κοπέλας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια