Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σεφτές (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεφτές Προφορά: σεφτές
  1. η πρώτη πώληση της ημέρας και τα χρήματα που εισπράττονται από αυτήν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη siftah

Παρατηρήσεις - Σχόλια