τράνεμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τράνεμαν
Προφορά: τράνεμαν
-
μεγάλωμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
ψήλωμα, μεγάλωμα
καύχημα, έπαρση (μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης