Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουφίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τουφίζω Προφορά: τουφίζω
  1. εκπέμπω ατμό,θερμαίνομαι πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. βγάζω ατμούς, ζέστη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια