τούρκισμα (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τούρκισμα
Προφορά: τούρκισμα
-
εξωμοσία
πανηγυρική θρησκευτική πράξη κατά την οποία αποκυρήσσει κάποιος με όρκο την προηγούμενη θρησκευτική του πίστη ή τη δογματική του πλάνη
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης