δουκάνηεργάλειο γεωργικό για να κομματιάζεται το στάχυ,σύρεται απο τα βόδια ή τα άλογαΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία λέξη τυκάνη=αλωνιστική σανίδα
δύο παράλληλα, ενωμένα μεταξύ τους ξύλα, με καρφωμένες πάνω κοφτερές πέτρες, που το έσερναν άλογα, για τον αλωνισμό των σιτηρώνΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης