Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ντουβάρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ντουβάρι Προφορά: ντουβάρι
  1. τοίχος Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια