Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τουβάρι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τουβάρι Προφορά: τουβάρι
  1. τοίχος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    περσική,από τη περσική λέξη duvar

    ντουβάρι

Παρατηρήσεις - Σχόλια