Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαρμάνι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαρμάνι Προφορά: χαρμάνι
  1. μείγμα καπνών διαφόρων ειδών και ποιότητας κάθε είδους μείγματος για βιομηχανική κατεργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη harman

Παρατηρήσεις - Σχόλια