Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαράτζ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαράτζ' Προφορά: χαράτζ
  1. 1) δημόσιος φόρος 2) καρύκευμα σούπας που παρασκευάζεται ειδικά από διάφορες φυτικές ουσίες ευωδιαστές, τις οποίες τηγανίζουν με βούτυρο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη haradji = φόρος κεφαλικός

Παρατηρήσεις - Σχόλια