Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάραγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάραγμαν Προφορά: χάραγμαν
  1. χάραμα, ξημέρωμα, αυγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια