Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαντζιμύρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαντζιμύρα Προφορά: χαντζιμύρα
  1. 1) υπόλειμμα καμένου μαλλιού, υφάσματος 2) τσίκνα καμένου φαγητού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια