Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαντακώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: χαντακώνω Προφορά: χαντακώνω
  1. σκάβω, καταστρέφω 1) ανοίγω τάφρο 2) ρίχνω κάποιον στο χαντάκι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια