Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
χάμς (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: χάμς'
Προφορά: χάμς
άγουρο (για καρπούς), άπειρος, ασυνήθιστος
1) για ζώο, αυτό που δε βατεύτηκε 2) αυτός που δεν είναι συνηθισμένος σε κάτι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
περσική, από την περσική λέξη ham (άψητο, άγουρο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια