Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τίρτεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τίρτεμαν Προφορά: τίρτεμαν
  1. ενόχληση με χειρονομίες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  2. ενόχληση, παρενόχληση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια