Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τινιαχτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τινα̤χτός , 2. τινιαχτός Προφορά: 1. τινεαχτός , 2. τινιαχτός
  1. τιναγμένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το τινάσσω

  2. τιναγμένος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια