Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πνεματικός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πνεματικός Προφορά: πνεματικός
  1. ο ιερέας που εξομολογεί Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια