Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

πνέμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πνέμαν Προφορά: πνέμαν
  1. πνεύμα, νους, ψυχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό πνεύμα=πνοή ανέμου

Παρατηρήσεις - Σχόλια