Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σοκεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: σοκεύω
Προφορά: σοκεύω
ξηλώνω, ξερριζώνω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
τουρκική, από τη λέξη sokmek
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια