Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκώσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκώσιμον Προφορά: σκώσιμον
  1. σήκωμα, ανέγερση, αναχώρηση 1) ο τρόπος που σηκώνεται κανείς από το κρεβάτι 2) εκφορά νεκρού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια