Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκυλλολίμανον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κυλλολίμανον Προφορά: σκυλλολίμανον
  1. δοχείο όπου τρώει ο σκύλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια