Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκυλλαντέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κυλλαντέρ' Προφορά: σκυλλαντέρ
  1. 1) πράγμα δύσοσμο 2) τόπος δασώδης 3) χαμψί (ψάρι) σιτεμένο με βαρειά οσμή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια