Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκουτούλισμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκουτούλισμαν Προφορά: σκουτούλισμαν
  1. μυροβόλημα η απόπνοια ευχάριστης μυρωδιάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια