Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκουττάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σκουττάρ' Προφορά: σκουττάρ
  1. προσφιλές 1) λευκή κηρύθρα γεμάτη με μέλι 2) ό,τι έχει τη μυρωδιά μελιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία λέξη κυττάριον - κύτταρος = μικρό κοίλωμα κηρύθρας

Παρατηρήσεις - Σχόλια