Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σκούλλιγμαν (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σκούλλιγμαν
Προφορά: σκούλλιγμαν
το ζύμωμα τριχών νεοφώτιστου παιδιού με κερί σύμφωνα με το έθιμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από τα αρχαία σκουλλίζω - σκούλλιν
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια