Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζουλουφλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζουλουφλούκ' Προφορά: ζουλουφλούκ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κόσμημα που κρεμούν στα μαλλιά οι γυναίκες

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Με την τάπλαν είχͮ εν και δύο τρανά ζουλουφλούκια.

Παρατηρήσεις - Σχόλια