Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σκοτεινεύει [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σκοτεινεύει Προφορά: σκοτεινεύει
  1. νυχτώνει γίνεται σκότος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    σκοτεινεύκουμαι = με πιάνει η νύχτα

Παρατηρήσεις - Σχόλια