Προέλευση: περσική, από την περσική λέξη zouloum
Ιδίωμα: Σταυρί
Παραδείγματα: 1)Τόσον ζουλούμ', εποίκε με κι ατόσον αδικίαν. 2) Ντό έν', κόρη, ντ' εποίκες με αούτο το ζουλούμι.
Ενικός: ζουλούμιν / ζουλούμ Πληθυντικός: ζουλούμια / ζουλούμα̤