Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κελτέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κελτέκ' Προφορά: κελτέκ
  1. μαχαίρι που δεν κόβει Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  2. μαχαίρι που δεν κόβει Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια