Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκιρραίνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κιρραίνω Προφορά: σκιρραίνω
  1. 1) γίνομαι πηχτός 2) κάνω κάτι πηχτό (για φαγητά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια