Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θρουμούλ (το) [, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. θρουμούλ' , 2. θρουμμούλ' Προφορά: θρουμούλ
  1. ψίχουλο Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια