Ερμηνείες: 1) με δυσκολία κάνω κάτι 2) βάζω τα δυνατά μου να κάνω κάτι
Ενεστώτας: ζορλανεύκουμαι Παρατατικός: εζορλανεύκουμ'νε / ζορλανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα ζορλανεύκουμαι Αόριστος: εζορλανεύτα / ζορλανεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.