Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χαμνός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χαμνός Προφορά: χαμνός
  1. νερουλός, υδαρής, μαλακός, πλαδαρός, αδύνατος, ισχνός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο χαύνος (αραιός, χαλαρός)

Παρατηρήσεις - Σχόλια