Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πλουμίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: πλουμίζω Προφορά: πλουμίζω
  1. 1) βάζω πλουμίδια,στολίδια 2) διακοσμώ με στολίδια 3) καταβρέχω έδαφος για να μην σηκωθεί σκόνη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια