Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

εύλερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: εύλερος Προφορά: εύλερος
  1. αραιός Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Αρσενικό:
    ο/η εύλερος

    Ουδέτετο:
    το εύλερον

Παρατηρήσεις - Σχόλια