Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζόρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ζόρ' Προφορά: ζόρ
  1. αναγκή, βία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Τρανόν ζόρ' έχͮ' ο μαύρον. (ανάγκη)
    2) Με το ζόρ' επέρεν ατον κι επήεν σ' οσπίτ'. (βία)
    3) Σο ζόρι μ' 'κ' έχω. (δεν δίνω σημασία, δεν λογαριάζω)

    Προέλευση:
    περσική, από την περσική λέξη zor

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    ζορζορινός, -όν (εκείνος που γίνεται από ανάγκη)
    ζορζορινά (από ανάγκη)
    ζορλής, -ήσα, -ήν (δυνατός, δύσκολος)
    ζορπαλούχ' (βιαιότητα)

  2. ζόρι, ανάγκη, βία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. δυσκολία, βία, αναγκασμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια