Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
1) Τρανόν ζόρ' έχͮ' ο μαύρον. (ανάγκη)
2) Με το ζόρ' επέρεν ατον κι επήεν σ' οσπίτ'. (βία)
3) Σο ζόρι μ' 'κ' έχω. (δεν δίνω σημασία, δεν λογαριάζω)
Προέλευση:
περσική, από την περσική λέξη zor
Ομόρριζα - Παράγωγα:
ζορζορινός, -όν (εκείνος που γίνεται από ανάγκη)
ζορζορινά (από ανάγκη)
ζορλής, -ήσα, -ήν (δυνατός, δύσκολος)
ζορπαλούχ' (βιαιότητα)